καταπυκν-όω,
A. stud thickly, τρήμασι τὸ τεῖχος
Plb. 8.5.6
; θύρας ἥλοις
D.S. 18.71
; τοῖς ἀφώνοις τὰς συλλαβάς
D.H. Comp. 16
; παραδειγμάτων πλήθει τὴν πόλιν
Plu. Lyc. 27
; τοῖς ὑπερβατοῖς
Phld. Rh. 1.160
S. :— Pass. , of the sky, καταπεπυκνῶσθαι . . πλήθει ἀστέρων
Arist. Mete. 346a29
; of a country,ἐλαίαις καταπεπυκνῶσθαι to be thickly planted with . .( v.l. for -πεφυτεῦσθαι ), D.S. 3.44 : metaph., βίος ἐν θαλίαις -πεπυκνωμένος
Porph. Plot. 23
.