καταρκ-έω,
A. to be fully sufficient, Χώρη οὐδεμία καταρκέει πάντα ἑωυτῇ παρέχουσα
Hdt. 1.32
; ἐμοὶ δὲ φῶς ἓν ἡλίου καταρκέσει
E. Rh. 447
; πρὸς τὰς παρασκευάς
Jul. Or. 1.29c
: impers.,it is enough, καταρκεῖ τοῦδε κεκλῆσθαι πατρός
S. Fr. 86
.
to be fully sufficient
καταρκ-έω,
A. to be fully sufficient, Χώρη οὐδεμία καταρκέει πάντα ἑωυτῇ παρέχουσα
Hdt. 1.32
; ἐμοὶ δὲ φῶς ἓν ἡλίου καταρκέσει
E. Rh. 447
; πρὸς τὰς παρασκευάς
Jul. Or. 1.29c
: impers.,it is enough, καταρκεῖ τοῦδε κεκλῆσθαι πατρός
S. Fr. 86
.