καταρρέω,pf. -ερρύηκα:aor. -ερρύην(v. infr.):—
A. flow down, αἷμα καταρρέον ἐξ ὠτειλῆς
Il. 4.149
, 5.870 ; κατὰ δὲ νότιος ῥέεν ἱδρὼς ὤμων καὶ κεφαλῆς
11.811
; κατὰ δ' αἷμα . . ἔρρεε Χειρός
13.539
;ποταμοὶ κατ' ὄρεσφι ῥ. 4.452 ; καταρρέον φλέγμα ἐκ τῆς κεφαλῆς
Hdt. 4.187
; of rivers,παρὰ τὴν Ἄλτιν κ. X. HG 7.4.29 ; τὸ καταρρέον ὕδωρ
D. 55.10
.
2. of men,stream, rush down, ἁθρόοι καταρρέοντες
Ar. Ach. 26
;οἱ δὲ ἐμπαλασσόμενοι κατέρρεον, i. e. into the river, Th. 7.84 ; μὴ σφαλεὶς καταρρυῇς
Ar. Pax 146