καταρρήσσω(A), Att.
κατα-ρρήττω,
A.
= καταρρήγνυμι , in Med. , τὰς ἐσθῆτας
D.S. 1.72
.
καταρρήσσω (A), Att. κατα-ρρήττω , = καταρρήγνυμι , in Med. , τὰς ἐσθῆτας D.S. 1.72 .
καταρρήσσω(A), Att.
κατα-ρρήττω,
A.
= καταρρήγνυμι , in Med. , τὰς ἐσθῆτας
D.S. 1.72
.