καταρτ-ύω,
A. prepare, dress, of food, Luc. Hist.Conscr. 44 ; τὴν ξεινίην
Hp. Ep. 12
:— Pass. ,τὰ -τυμένα τω-ν ἐδεσμάτωνrestored in Dsc. Alex.Praef. fr. Paul.Aeg. 5.28 .
2. train, discipline, τὴν φύσιν
Plu. 2.38d
: c.inf.,καταρτύσων μολεῖν to procurehis coming, S. OC 71 :— Pass. , καταρτύεται νόος ἀνδρός
Sol. 27.11
; σμικρῷ Χαλινῷ δ' οἶδα . . ἵππους καταρτυθέντας
S. Ant. 478
; παῖς ἔχει πηγὴν τοῦ φρονεῖν μήπω κατηρτυμένην
Pl. Lg. 808d
; μανθανόμενα καὶ καταρτυόμενα
Id. Men. 88b
;τὸ πρεσβύτερον καὶ κατηρτ. Junc. ap. Stob. 4.50.9 .