LSJκαταρυβδήσαςGlossκαταρυβδήσας , v. καταρροιβδέω . κατάρῠτος , ον , = κατάρρυτος (q.v.).καταρυβδήσας,A.v. καταρροιβδέω .κατάρῠτος,ον, = κατάρρυτος (q.v.).Related Lemmasκατάρῠτος