κατασήπω,
A. causeorallow to rot, X. Cyr. 8.2.21 :— Pass. ,rot away, ib. 8.2.22 ; μὴ . . κατὰ Χρόα πάντα σᾰπήῃ
Il. 19.27
; ἕως ἂν κατασαπῇ
Pl. Phd. 86d
; -σαπέντων τῶν καρπῶν
CPHerm. 6.16
(iii A.D.): so inpf.
-σέσηπα
Ar. Pl. 1035
, Philetaer. 9 .
2. metaph.,causeorallow to linger, τοὺς ἀνθρώπους ἐν τοῖς πάθεσι
Gal. 10.264
:— Pass. ,pine away,-σήπεσθαι ἐπὶ τῆς κλίνηςib. 263 ; πρὸς ταῖς ἀλλοτρίαις θύραις -σαπῆναι
Arr. Epict. 4.10.20
.