κατασκάπτω,pf.
A.
-έσκᾰφα
Isoc. 14.35
:—dig down, ἐπὶ θάτερα τῆς ἀμπέλου
Thphr. HP 4.13.5
; but usu.,
II. destroy utterly, raze to the ground, τὸ ἄστυ
Hdt. 7.156
; Τροίαν κ. βίᾳ
S. Ph. 998
, cf. A. Ag. 525 ; πάτραν
S. OC 1421
; δόμους
E. HF 566
; πόλιν
SIG 344.7
(Teos,iv B.C.), cf. D. 18.71 ; το τέγος