κατασκᾰφ-ή,ἡ,
A. razing to the ground, destruction, S. OC 1318 , Th. 5.63 ; τειχῶν
Lys. 13.8
; ἀκροπόλεως
SIG 285.9
(Erythrae,iv B.C.): more freq. in pl.,Ἰλίου κ. E. Hel. 196 (lyr.); ἰὼ κ. δόμων
A. Ch. 50
(lyr.); πόλει κατασκαφὰς θέντες
Id. Th. 46
;πύργων κ. E. Ph. 1196 ; τειχῶν
Aeschin. 3.157
.
II. that which is dug, esp.grave, in pl., θάπτειν . . γῆς . . κατασκαφαῖς
A. Th. 1013
, cf. 1042 ; ἐς θανόντων . . κατασκαφάς
S. Ant. 920