κατασκῐ-άζω,fut.-σκιάσω, Att. -
A.
σκιῶ
S. OC 406
:—overshadow, cover over, κατὰ δ' ἐσκίασαν βελέεσσι Τιτῆνας
Hes. Th. 716
; ἡ δέ οἱ κόμη ὤμους κ.
Archil. 29
; σαρξὶν πάντα κατεσκίασεν ἄνωθεν
Pl. Ti. 74d
;spread awnings, E. Ion 1142 ;κόνει buryone, S.l.c.; θανόντα . . γαῖα κατεσκίασε
IG 7.580
(Tanagra).