κατασπᾰράσσω, Att.
κάτ-ττω,
A. tear in pieces, Ar. Eq. 729 ; βυβλίον
Plb. 23.14.8
, D.S. 29.21 ; κατεσπαραγμένη τὴν ἐσθῆτα
Luc. Asin. 22
.
tear in pieces
κατασπᾰράσσω, Att.
κάτ-ττω,
A. tear in pieces, Ar. Eq. 729 ; βυβλίον
Plb. 23.14.8
, D.S. 29.21 ; κατεσπαραγμένη τὴν ἐσθῆτα
Luc. Asin. 22
.