κατα-σπεύδω,
A. urge, hasten on, πρᾶγμα
Aeschin. 3.67
, cf. LXX Ex. 5.13 :— Pass. , of words,to be urgentorrapid, κατεσπεῦσθαι τὴν φράσιν
D.H. Comp. 20
(Upton forκατεσπάσθαι)κατεσπεῦσθαι(v.l.-εσπάσθαι) τὴν λέξιν
Gal. 16.548
; τὰ κατεσπευσμένα
Longin. 19.2
; ἡ ἁρμονία οὐ κ.
Id. 40.4
.
2. agitate, dismay,τινα
LXX Da. 4.16(19) .
II. intr.,make haste, hasten, ib. De. 33.2 .