κατασταλτικός,ή,όν,
A. fitted for checking, opp.ἐγερτικός, c. gen., S.E. M. 6.19 ; ὑπερσαρκωμάτων
Dsc. 2.4
, cf. Antyll. ap. Orib. 6.23.2 ; κ. φάρμακα
Gal. 14.763
.
II. sedate, τὸ θηλύτερον -σταλτικώτερον
Ptol. Tetr. 172
.
III. -κή,ἡ ,the plant βατράχιον, Apul. Herb. 8 .