καταστείβω,
A. tread down, τὰν ὐάκινθον πόσσι
Sapph. 94
.
II. tread, κατέστειψας πέδον
S. OC 467
(vv. ll.κατέστεψας, κατάστεψον).
tread down
καταστείβω,
A. tread down, τὰν ὐάκινθον πόσσι
Sapph. 94
.
II. tread, κατέστειψας πέδον
S. OC 467
(vv. ll.κατέστεψας, κατάστεψον).