καταστερ-όω,
A.
f.l. for καταστερίζω
1 , Palaeph. 51 :— Pass. ,οἱ κατηστερωμένοι ἄνδρεςprob. in Phld. D. 3.9 , cf. Sch. E. Or. 1631 .
καταστερ-όω , f.l. for καταστερίζω 1 , Palaeph. 51 :— Pass. , οἱ κατηστερωμένοι ἄνδρες prob. in Phld. D. 3.9 , cf. Sch. E. Or. 1631 .
καταστερ-όω,
A.
f.l. for καταστερίζω
1 , Palaeph. 51 :— Pass. ,οἱ κατηστερωμένοι ἄνδρεςprob. in Phld. D. 3.9 , cf. Sch. E. Or. 1631 .