καταστρᾰτοπεδ-εύω,
A. encamp, τοὺς ἑαυτοῦ
X. Cyr. 7.2.8
, cf. Onos. 6.12 ;station, τὸ ναυτικόν
X. HG 6.2.7
.
II. intr.,take up quarters,εἰς [πόλιν], ἐν μέρεσι τῆς πόλεως, πρὸ τῆς πόλεως, Plb. 1.30.15 , 1.18.2 , 3.77.1 : abs., Ph. Bel. 103.48 :— Med. , X. An. 3.4.18 , Arr. An. 5.9.1 .
III. march, εἰς Φοινίκην
LXX 2 Ma. 4.22
.