κατασύρω [ῡ],aor. 1 κατέσῡρα(v. infr.):— Med. ,aor. 1
A.
κατεσϋράμην
Pherecyd. 158
J. :— Pass. ,aor. 2 κατεσύρην [ῠ] (v. infr.):—draw, pull down, Philum. ap. Aët. 9.12 ( Pass. ): usu. with a notion of violence, τὰ [ἀεροπόρα] ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
D.C. Fr. 30.4
: metaph., ἐπιθυμία κ. τὸν ἡνίοχον λογισμόν
Ph. 1.58
, cf. 1.627 ( Pass. ): esp.lay waste, ravage, τὰς [πόλιας] ὅσας πρότερον οὐ κατέσυραν
Hdt. 6.33
; κατὰ μὲν ἔσυραν Φάληρον, κατὰ δὲ . . πολλοὺς δήμους
Id. 5.81
; ὡς πλείστην τῆς χώρας
Aen.Tact. 16.8
, cf. Plb. 1.56.3 , al.
2. drag, carry off, λείαν