κατάσχετος,ον, poet. forκάτοχος,
A. held back, kept back, κατάσχετόν τι καλύπτειν
S. Ant. 1253
.
II. held fast, possessed, κακίαις
Phld. Lib. p.27
O.; κ. δαιμονίῳ πνεύματι
D.H. 1.31
; θείᾳ μέθῃ
Ph. 1.103
;[ταῖς θεαῖς] Phalar. Ep. 93.1 ; οἴστρῳ
AP 5.225
(Paul. Sil.); λύσσῃ
Paus. 8.19.3
; ἐκ Νυμφῶν
Id. 10.12.11
: abs.,inspired, Str. 11.4.7 .