κατατιτρώσκω,
A. wound, X. An. 3.4.26 ;λίθοις καὶ τοξεύμασιib. 4.1.10 ; ἑαυτόν
D.L. 1.60
, cf. Plb. 33.9.6 , Plu. Sol. 30 , etc.:— Pass. , Id. Caes. 66 : metaph., πάθη κ. τινάς
Ph. 1.299
; κατατετρωμένοι τὰς ψυχὰς ἐκ νοσημάτων
Id. 1.156
.
2. open an abscess, ἔμπλαστρος -σκουσα
Aët. 15.17
.