κατ-αύω,
A.
= καθαιρέω ,destroy, τὰν Μῶσαν καταύσεις
Alcm. 95
; cf.καθαῦσαι: ἀφανίσαι, καταῦσαι: καταυλῆσαι(καταντλῆσαιLobeck),καταδῦσαι, Hsch. ; cf.αὔω(A),ἐν- (A),ἐξ- (B),προσ-αύω.
destroy
κατ-αύω,
A.
= καθαιρέω ,destroy, τὰν Μῶσαν καταύσεις
Alcm. 95
; cf.καθαῦσαι: ἀφανίσαι, καταῦσαι: καταυλῆσαι(καταντλῆσαιLobeck),καταδῦσαι, Hsch. ; cf.αὔω(A),ἐν- (A),ἐξ- (B),προσ-αύω.