καταφαρμάσσω,
A. bewitch with drugs, κατά με ἐφάρμαξας
Hdt. 2.181
: metaph., τῷ Πλάτωνος λόγῳ Διονύσιον κ.
Plu. Dio 14
.
bewitch with drugs
καταφαρμάσσω,
A. bewitch with drugs, κατά με ἐφάρμαξας
Hdt. 2.181
: metaph., τῷ Πλάτωνος λόγῳ Διονύσιον κ.
Plu. Dio 14
.