κατα-φεύγω,fut.-
A.
φεύξομαι
D. 8.41
:—flee for refuge,ἐς τὸ [ἱρόν] Hdt. 2.113 , cf. 1.145 ; ἐπὶ Διὸς βωμόν
Id. 5.46
: c. acc., οὐκ ἔχω βωμὸν κ.
E. IA 911
(troch.); -πεφευγέναι ἐν τόπῳ flee and take refugein . . , Pl. Sph. 260c , cf. X. HG 4.5.5 ;ἐκεῖ, ἐνθάδε κ., Th. 3.71 , Isoc. 14.28 ;ὅποι. . X. Mem. 3.8.10 ;κ. εἴς τινα flee for protectionto him, ὃς ἂν φεύγων καταφύγῃ ἐς τούτους
Hdt. 4.23
; εἰς ὑμᾶς κ. καὶ ἀντιβολῶ
And. 1.149
; ἐπί τινα
D. 18.19
, etc.; πρὸς ὑμᾶς
Id. 8.41