καταφθείρω,fut.-
A.
φθερῶ
Plu. 2.24o
d:—destroy, bring to naught,στρατόν, πόλιν, ἔθνη, A. Pers. 345 , S. OT 331 , Pl. Lg. 697d , cf. Democr. 159 ; ἔργα νομήων
Theoc. 25.122
; κατέφθαρται ὄλβος
A. Pers. 251
;ἐπεὶ δέ χ' εἵκω οἴκαδις καταφθερείς in sorry plight, Epich. 35.13 ; - φθαρεὶς τὸν βίον
Men. Epit. 429
, cf. Raccolta Lumbroso 17
(iii B.C.); δένδρα -εφθαρμένα
IG 9(2).1109.74
(Coropa,ii B.C.), cf. PMagd. 11.9
(iii B.C.), etc.
2. corrupt,τιναPlu.l.c.