κατα-φράσσω,
A. fortify, protect, in Pass. , - φρασσόμενοι ἐν ταῖς φάλαγξιν
LXX 1 Ma. 6.38
; πύργος σιδήρῳ -πεφραγμένος
J. BJ 7.8.5
; τόπους ὅπλοις -πεφραγμένους καὶ ἵπποις
Plu. Alex. 16
; ἵπποι κ. χαλκοῖς καὶ σιδηροῖς σκεπάσμασιν
Id. Crass. 24
: metaph., πολλοῖς ἱππεῦσι καταπεφραγμένος
Id. Alex. 33
.