καταφῠτ-εύω,
A. plant, ib. Ex. 15.17 ,al.; ἀγορὰν πλατάνοις
Plu. Cim. 13
, cf. Luc. VH 2.42 ; λαὸν εἰς τόπον
LXX 2 Ma. 1.29
.
II. transplant, acclimatize, τοὺς πέραν Εὐφράτου καρποὺς ἐπὶ τὰ κάτω τῆς Ἀσίας μέρη
SIG 22.13
(Epist. Darei), cf. Posidon. 68
J. , Str. 15.3.11 .