κατάφῠτ-ος,ον,
A. full of plantsortrees, τόποι
Plb. 18.20.1
: c. dat.,plantedwith . . , κηπεύμασι καὶ καρποῖς
D.S. 2.37
; δένδροις
Str. 12.2.1
; ἀσφοδέλῳ
Luc. Nec. 11
.
full of plants
κατάφῠτ-ος,ον,
A. full of plantsortrees, τόποι
Plb. 18.20.1
: c. dat.,plantedwith . . , κηπεύμασι καὶ καρποῖς
D.S. 2.37
; δένδροις
Str. 12.2.1
; ἀσφοδέλῳ
Luc. Nec. 11
.