καταχαίρω,fut.-
A.
χᾰροῦμαι
LXX Pr. 1.26
:—exult over, ἐόντι αἰχμαλώτῳ . . κ.
Hdt. 1.129
;εἴτε εὐνοίῃ . . , εἴτε καὶ καταχαίρων with malicious joy, Id. 7.239 .
II. rejoice much, Alciphr. 2.4 , IG 14.2410.11 , Supp.Epigr. 2.844 (Syria).
exult over
καταχαίρω,fut.-
A.
χᾰροῦμαι
LXX Pr. 1.26
:—exult over, ἐόντι αἰχμαλώτῳ . . κ.
Hdt. 1.129
;εἴτε εὐνοίῃ . . , εἴτε καὶ καταχαίρων with malicious joy, Id. 7.239 .
II. rejoice much, Alciphr. 2.4 , IG 14.2410.11 , Supp.Epigr. 2.844 (Syria).