καταχορηγέω,
A. lauish as
χορηγός, ὑπέρ τινος πεντακισχιλίας δραχμάς
Lys. 19.42
: generally,spendorcontribute lavishly, οὐσίας τισί
D.H. 3.72
; τὰ οἰκεῖα
Plu. Lys. 9
;squander upon, τι εἰς δεῖπνα
Id. Eum. 13
; εἰς τὸ θέατρον
Id. 2.348f
; κ. τοῖς στρατεύμασιν ἀφειδῶς τῶν χρημάτων
Id. Cat.Ma. 3
.