κατεικάζω,
A. liken to, κατεικάζουσιν ἡμᾶς ἰσχάδι
Eup. 345
:— Pass. ,to beorbecome like, ὦ . . τοῖς ἐν Αἰγύπτῳ νόμοις φύσιν κατεικασθέντε
S. OC 338
.
II. guess, surmise, Hdt. 6.112 ; ἐν ὑπονοίῃ κ.
Hp. Ep. 17
;suspect, Hdt. 9.109 .
liken to
κατεικάζω,
A. liken to, κατεικάζουσιν ἡμᾶς ἰσχάδι
Eup. 345
:— Pass. ,to beorbecome like, ὦ . . τοῖς ἐν Αἰγύπτῳ νόμοις φύσιν κατεικασθέντε
S. OC 338
.
II. guess, surmise, Hdt. 6.112 ; ἐν ὑπονοίῃ κ.
Hp. Ep. 17
;suspect, Hdt. 9.109 .