κατειλύω,
A. cover up, κὰδ δέ μιν αὐτὸν εἰλύσω ψαμάθοισιν
Il. 21.318
; ἐν βοείαις
A.R. 3.206
; ὄρος πέτρινον ψάμμῳ κατειλυμένον
Hdt. 2.8
.
cover up
κατειλύω,
A. cover up, κὰδ δέ μιν αὐτὸν εἰλύσω ψαμάθοισιν
Il. 21.318
; ἐν βοείαις
A.R. 3.206
; ὄρος πέτρινον ψάμμῳ κατειλυμένον
Hdt. 2.8
.