κατεμπείρω,
A.
= κατεπείρω, τὴν τοῦ ἐμβρυουλκοῦ καμπήν
Philum. ap. Aët. 16.23 (s.v.l.).
κατεμπείρω , = κατεπείρω, τὴν τοῦ ἐμβρυουλκοῦ καμπήν Philum. ap. Aët. 16.23 (s.v.l.).
κατεμπείρω,
A.
= κατεπείρω, τὴν τοῦ ἐμβρυουλκοῦ καμπήν
Philum. ap. Aët. 16.23 (s.v.l.).