ἀμὐθητος [ῡ],ον,
A. unspeakable,esp.unspeakably great, untold,
χρήματα
D. 4.34
; κακὰ καὶ πράγματ' ἀ. παρέχων
21.17
; ἀ. πλῆθος μυῶν
Arist. HA 580b16
; ἀμύθητον ὅσον διαφέρει
Id. Pol. 1263a40
, cf. Phld. Mort. 29 ; ἀμύθητα περὶ ἕκαστα παρατιθείς
Id. Herc. 1005.7
.