κατερέφω,
A. cover over, roof, τὰς σκηνὰς κλήμασιν
Plu. Caes. 9
; ἀλλήλους τοῖς θυρεοῖς
Id. Ant. 49
:— Med. ,roof over for onesclforwhat is one's own, κατηρέψασθε κεράμῳ τὸ νῶτον
Ar. V. 1294
; ὡς ὅτε τις κεράμῳ κατερέψεται ἑρκίον ἀνήρ
A.R. 2.1073
.
cover over, roof
κατερέφω,
A. cover over, roof, τὰς σκηνὰς κλήμασιν
Plu. Caes. 9
; ἀλλήλους τοῖς θυρεοῖς
Id. Ant. 49
:— Med. ,roof over for onesclforwhat is one's own, κατηρέψασθε κεράμῳ τὸ νῶτον
Ar. V. 1294
; ὡς ὅτε τις κεράμῳ κατερέψεται ἑρκίον ἀνήρ
A.R. 2.1073
.