κατερητύω,fut.-ύσω [ῡ] S. Ph. 1416 (anap.):—
A. hold back, detain, κατερήτυον ἐν μεγάροισι
Il. 9.465
, Od. 9.31 ; φωνῇ . . κατερήτυε
19.545
;κατερητύσων ὁδόνS.l.c.;κ. αὐδήν, θυμόν, Orph. A. 1170 , 1177 .
hold back, detain
κατερητύω,fut.-ύσω [ῡ] S. Ph. 1416 (anap.):—
A. hold back, detain, κατερήτυον ἐν μεγάροισι
Il. 9.465
, Od. 9.31 ; φωνῇ . . κατερήτυε
19.545
;κατερητύσων ὁδόνS.l.c.;κ. αὐδήν, θυμόν, Orph. A. 1170 , 1177 .