κατερῡκ-άνω [ᾰ], lengthd. form of
A.
κατερύκω, μή μ' ἐθέλοντ' ἰέναι κατερύκανε
Il. 24.218
.
κατερῡκ-άνω [ᾰ] , lengthd. form of κατερύκω, μή μ' ἐθέλοντ' ἰέναι κατερύκανε Il. 24.218 .
κατερῡκ-άνω [ᾰ], lengthd. form of
A.
κατερύκω, μή μ' ἐθέλοντ' ἰέναι κατερύκανε
Il. 24.218
.