κατερῡ́κ-ω,
A. hold back, detain, μάλα δή σε καὶ ἐσσύμενον κατερύκω
Il. 6.518
; κ. καὶ ἔσχεθεν ἱεμένω περ
Od. 4.284
, cf. 1.315 , 15.73 ; μηδένα . . ἀέκοντα μένειν κατέρυκε
Thgn. 467
: rare in Att. , τῶν ἀγαθῶν οἵων ἀποκλείεις καὶ κατερύκεις
Ar. V. 601
:— Pass. , κατερύκεται εὐρέϊ πόντῳ
Od. 1.197
, 4.498 .