κατερύω, Ion.
κατερῡκ-ειρύω,
A. draw, haul down, freq. in Od. of ships, τήν γε [σχεδίην] κατείρυσεν εἰς ἅλα δῖαν
5.261
:— Pass. , νηῦς τε κατείρυσται
8.151
, etc.; so κατειρύσαντες ἐς Σαλαμῖνα τὰ ναυήγια
Hdt. 8.96
; alsoκ. οὔθατα μόσχου to drawormilkthem, Nic. Th. 552 ;τόξα κ. drawa bow, AP 9.16 ( Mel. ):— Med. ,κὰδ δ' ἄρα λαῖφος ἐρυσσάμενοι unfurling, A.R. 2.931 .