κατέρχομαι,fut.
A.
κατελεύσομαι
Od. 1.303
, Hdt. 5.125 , Arr. An. 6.12.3 (but in good Att.
κάτειμι, as alsoκατῄεινis always used for theimpf.):aor. κατήλῠθονorκατῆλθον,inf. κατελθεῖν; Dor.
subj.
κατένθῃ
Berl.Sitzb. 1927.165
(Cyrene); Arc.
part. κατενθών,pf. part. κατηνθηκώς, v. καθέρπω
11 :pf.
κατελήλυθα
SIG 675.24
(ii B.C.):—go down, Οὐλύμποιο κατήλθομεν
Il. 20.125
, etc.; τιν' ἀθανάτων ἐξ οὐρανοῦ ἀστερόεντος . . κατελθέμεν