κατευθύν-ω, poet.impf.
A.
κατευθύνεσκον
IGRom. 4.507b
(Pergam.):—makeorkeep straight, τὴν πτῆσιν
Arist. IA 710a2
; ναῦν τῷ πηδαλίῳ
D.Chr. 13.18
;βιοτῆς οἴακα κατευθύνεσκες ἐν οἴκῳ IGRom.l.c.:— Pass. , αἱ περιφοραὶ κατευθυνόμεναι
Pl. Ti. 44b
.
2. guide, direct, τὰς φύσεις
Id. Lg. 809a
;τινὰ εἰς τὸν αὑτοῦ δρόμονib. 847a ; [ τὸν ἐλέφαντα] τῷ δρεπάνῳ
Arist. HA 610a28
; [ναῦν] Id. Fr. 11 ;κ. τὰς πράξεις ὁ θεόςAristeas 18 ; τὰ παρόντα πρὸς τὸ τέλος