LSJκατ-ηλῠσίαGlossdescentκατ-ηλῠσία, Ion.-ιη,ἡ,A. descent, λαιψηροῖο -ίῃ ΖεφύροιοA.R. 4.886; κατηλυσίη τ' ἄνοδός τεArat. 536.ReferencesA.R. 4.886Arat. 536