LSJκατημύωGlossdroopκατημύω,A. droop, ἔρνεα κ. ἔραζεA.R. 3.1400: metaph., κατήμυσαν ἀχέεσσι θυμόνId. 2.862. (V.ἠμύω.)ReferencesA.R. 3.1400Id. 2.862