κατηρεφής,ές, (ἐρέφω)
A. covered over, vaulted, overhanging, σπέος εὺρὺ κ.
Od. 13.349
; κλισίας τε κ.
Il. 18.589
; ἐν σμήνεσσι κ. μέλισσαι
Hes. Th. 594
; μέγα κῦμα . . κ.
Od. 5.367
: c. dat.,σπέος δάφνῃσι κ. shaded by, embowered inthem, 9.183 ; δώματα πέτρῃσι κ.
Hes. Th. 778
; so in Trag.,κ. πέτρος, of a cave, S. Ph. 272 ; ἐν κ. στέγῃ χθονός
Id. El. 381
; κ. τύμβος
Id. Ant. 885
; κ. αὐτῇ τῇ πέτρᾳ
Pl. Criti. 116b