κατηφ-έω,
A. to be downcast, to be mutewith horror or grief, στῆ δὲ κατηφήσας
Il. 22.293
; ἀκάχοντο κατήφησάν τ' ἐνὶ θυμῷ
Od. 16.342
, cf. Call. Epigr. 22 , A.R. 2.443 , etc.;τί δαὶ κατηφεῖς ὄμμα; E. Med. 1012 ; of animals, Arist. HA 604b12 ;καὶ κατηφήσαι [ἂν] θεόςand wellmightGodgrieve, J. BJ 3.8.4 ( v.l. οὓς κατέφησεν ).