LSJκατῐάπτωGlossharm, hurtκατῐάπτω,A. harm, hurt, ὡς ἂν κατὰ χρόα καλὸν ἰάπτῃOd. 2.376, cf. 4.749 ;τίφθ' ὧδε κατὰ θυμὸν ἰάπτεις; Mosch. 4.1 .ReferencesOd. 2.3764.749Mosch. 4.1