κατίλλω,
A.
= κατειλέω, φωναὶ κακούμεναι καὶ κατίλλουσαι ( v.l. κατειλοῦσαι ) dub. sens. in Hp. Epid. 3.5 (cf. Gal. 17(1).678 , Erot. ); = κατείργω , Phot.
s.v. κατουλάδα .
κατίλλω , = κατειλέω, φωναὶ κακούμεναι καὶ κατίλλουσαι ( v.l. κατειλοῦσαι ) dub. sens. in Hp. Epid. 3.5 (cf. Gal. 17(1).678 , Erot. ); = κατείργω , Phot. s.v. κατουλάδα .
κατίλλω,
A.
= κατειλέω, φωναὶ κακούμεναι καὶ κατίλλουσαι ( v.l. κατειλοῦσαι ) dub. sens. in Hp. Epid. 3.5 (cf. Gal. 17(1).678 , Erot. ); = κατείργω , Phot.
s.v. κατουλάδα .