LSJκατοικ-ητήριοςGlossκατοικ-ητήριος , α , ον , = κατοικίδιος, ὄρνεις Sor. 1.51 .κατοικ-ητήριος,α,ον,A.= κατοικίδιος, ὄρνειςSor. 1.51 .ReferencesSor. 1.51