καυάζοντα: ἀποσκάζοντα, Hsch.
καυᾰλέος,α,ον,
A. burnt up, parched, Id.:—alsoκαυαλής,ές, Id.καυαλός: μωρολόγος, Id.καύαξ,ᾱκος, Ion.
καύηξ,ηκος,ὁ, v. κήξ .καυάξαις, v. κατάγνυμι .καυαρόν: κακόν, καπυρόν, Id.
burnt up, parched
καυάζοντα: ἀποσκάζοντα, Hsch.
καυᾰλέος,α,ον,
A. burnt up, parched, Id.:—alsoκαυαλής,ές, Id.καυαλός: μωρολόγος, Id.καύαξ,ᾱκος, Ion.
καύηξ,ηκος,ὁ, v. κήξ .καυάξαις, v. κατάγνυμι .καυαρόν: κακόν, καπυρόν, Id.