καυκιάλης: βοτάνη τις, ὁμοία κορίῳ(κωρίῳcod.),καὶ ὄρνις, Hsch. (cf.καυκαλίςandκαυκαλίας).
καυκιάλης:
Gloss
καυκιάλης: βοτάνη τις, ὁμοία κορίῳ ( κωρίῳ cod.), καὶ ὄρνις , Hsch. (cf. καυκαλίς and καυκαλίας ).
καυκιάλης: βοτάνη τις, ὁμοία κορίῳ ( κωρίῳ cod.), καὶ ὄρνις , Hsch. (cf. καυκαλίς and καυκαλίας ).
καυκιάλης: βοτάνη τις, ὁμοία κορίῳ(κωρίῳcod.),καὶ ὄρνις, Hsch. (cf.καυκαλίςandκαυκαλίας).