καυμᾰτ-ώδης,ες,
A.
= καυματηρός ,burning, scorching, θέρος οὐ λίην κ.
Hp. Epid. 1.4
; νότος
Arist. Mete. 364b23
; ὁδός
D.S. 19.18
; ὥρα
Longus 1.30
.
2. feverish, ῥίγεα
Hp. Prorrh. 1.67
, al.: metaph., ἡδονή
Ach.Tat. 2.37
.
burning, scorching
καυμᾰτ-ώδης,ες,
A.
= καυματηρός ,burning, scorching, θέρος οὐ λίην κ.
Hp. Epid. 1.4
; νότος
Arist. Mete. 364b23
; ὁδός
D.S. 19.18
; ὥρα
Longus 1.30
.
2. feverish, ῥίγεα
Hp. Prorrh. 1.67
, al.: metaph., ἡδονή
Ach.Tat. 2.37
.