κεδνός,ή,όν, (cf.κήδ-ομαι) Act. ,
A. careful, diligent, trusty, ἄναξ
Od. 14.170
, etc.; ἀμφίπολος
1.335
; πολῖται
Pi. P. 4.117
; οἰακοστρόφος
A. Th. 62
, E. Med. 523 ; στρατόμαντις
A. Ag. 122
(lyr.); γυνή
E. Alc. 97
(lyr.): generally,noble, Φοίνικος κόρα
B. 16.29
; παρθένος
Pi. P. 9.122
.